Ξημερώνει Χριστούγεννα. Πρωτοχρονιά, κάποιοι γιορτή. Οι ετοιμασίες έχουν ξεκινήσει δύο ημέρες νωρίτερα. Είναι ημέρες που ήθελα να είμαι απών. Να δουλεύω, να είμαι ταξίδι, να έχω βάρδια στο Bois du Luc στα ορυχεία του Βελγίου. Να είμαι ένας κόκκος άμμου σε μία γωνιά, και απλώς να παρατηρώ. Να μην ενοχλώ, αλλά κυρίως να μη με ενοχλούν.
Η οικοδέσποινα βρίσκεται σε γαστρονομικό οργασμό. Δε θέλει κανένα γύρω της σε ακτίνα τριών μέτρων. Πρέπει να ετοιμάσει για να φάνε τουλάχιστον 20 άτομα κάθε
ηλικίας, με κάθε παραξενιά γιατί αν δεν τα καταφέρει ποιος ακούει τα πικρόχολα σχόλια συγγενών. Για αυτό είναι σε πίεση. Δίνει εντολές που πρέπει να εκτελεστούν πριν τις σκεφτεί. Αν γίνει λάθος ποιος είδε το θεό και δεν φοβήθηκε. Φόρμα, αθλητικά, ποδιά και καφέ. Αν πάει η ώρα 12:00 το γυρνάει σε τζιν τόνικ με κίνδυνο στο δεύτερο να μπερδέψει τη ζάχαρη με το αλάτι. Όλα αυτά μαζί με τασάκι και 8 σβησμένα τσιγάρα που ποτέ δεν κάπνισε ολόκληρα.
Στο σαλόνι ο σύζυγος είναι σε επιφυλακή όπως η αεράμυνα του Ισραήλ με το Iron Dome. Ότι ζητήσει η σύζυγος είναι διαταγή. Όλα αυτά μέχρι να στρωθεί το τραπέζι και να σημάνει η οικοδέσποινα λήξη συναγερμού και μαγείρεμα τέλος. Είναι αυτός που θα κεράσει τα πρώτα ποτά πριν το γεύμα και που θα κάνει παρέα στους καλεσμένους πριν κάτσουν στο τραπέζι. Ένα τραπέζι που αν είναι για 20 άτομα η οικοδέσποινα μαγείρευε για ατελείωτες ώρες για 50 άτομα. Κλασική Ελληνική κατάσταση.
Η όποια ηρεμία κρατάει μέχρι να έρθει ο πρώτος καλεσμένος. Πάντα μια ώρα πριν από αυτή που έχει πει η οικοδέσποινα. Συνήθως είναι ο θείος “Ορέστης Μακρής” και η θεία η κουτσομπόλα. O θείος πάντα φέρνει το δικό του κρασί μια και θεωρεί ότι το Syrah Miraval από την Προβηγκία των 30€ η φιάλη είναι ξύδι μπροστά στο ροζέ που φέρνει από τον ξάδερφο φίλου του, από τα Μαγούλιανα στα σύνορα Αχαΐας – Ηλείας κόστους 1,75€ το ενάμισι λίτρο. Κυκλοφορεί πάντα με πουκάμισο εκτός του παντελονιού αφού δε κλείνει το πάνω κουμπί στο παντελόνι του. Δε θα κάτσει στο σαλόνι αφού δεν αντέχει την αναμονή και θα κάτσει στο τραπέζι. Μόλις βάλει την πετσέτα του στο λαιμό αρχίζει τις απαιτήσεις. “Ένα μεζέ για το καλό” φωνάζει, έτσι για τις πρώτες ευχές. Είναι εκεί που τελειώνει κάθε προγραμματισμός της οικοδέσποινας. Αν δεν του ικανοποιήσουν την επιθυμία η θεία η κουτσομπόλα, σύζυγος του Ορέστη Μακρή θα τον φροντίσει. Παίρνει όποιο πιάτο βρει, ανοίγει ψυγεία, φούρνους, κατσαρόλες και ετοιμάζει το μεζέ για τον ανυπόμονο. Αποτέλεσμα όταν έρθουν όλοι και κάτσουν στο τραπέζι αυτός να έχει τελειώσει και να ζητάει γλυκό. Αν δεν βρεθεί κάποιος να του ικανοποιήσει την επιθυμία με μαθηματική ακρίβεια στο πεντάλεπτο ροχαλίζει στο τραπέζι.
Η σύζυγος του πιάνει δουλειά μόλις έρθουν όλοι. Βρίσκει μία πού να την αντέχει, ίδιας ηλικίας και πάνω από όλα να μη μιλάει πολύ και ξεκινάει. Δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο. Αρχικά υμνεί τα παιδιά της. Πόσο τέλεια είναι, πόσο προκομένα, άσχετα αν ρίχνουν καμιά σφαλιάρα στη γυναίκα τους ή έχουν εφτά πιστωτικές στα κόκκινα μια και η καλοπέραση έχει έξοδα που δε τα αντέχουν. Στη συνέχεια τι μαγείρεψε η οικοδέσποινα. Αφού σέρβιρε το στεφάνι της έχει άποψη. Γιατί βάζει κρέμα βαλσαμικού στην πράσινη σαλάτα με flakes παρμεζάνας, γιατί έχει πλατό antipasti γιατί δε ξεκινάνε με το κρασί του Ορέστη και ξεκινάνε με Moscato d’Asti και Prosecco.’Όλα αυτά μέχρι να γεμίσει ο χώρος από τους καλεσμένους. Ξέρει τα πάντα, ποιος από την οικογένεια τρώει κέρατο, ποιος χαλάει ό,τι βγάζει στην Πάρνηθα και πόσο πήρε η Μαιρούλα στα μαθηματικά. Ότι λέει το φωνάζει. Αποτέλεσμα να φεύγουν όλοι από δίπλα της εκτός από όσους έχουν προβλήματα ακοής και δεν ενοχλούνται. Δε θα αφήσει ασχολίαστο το ντύσιμο κανενός. Είναι και λίγο κακιασμένη, οπότε τίποτα δεν της αρέσει. Ούτε το βάψιμο, ούτε το ύψος των φορεμάτων, ούτε το χτένισμα. Κάνει ότι περνά για να μη βγει καλή κουβέντα από το στόμα της. Από τον τρόπο της και την κακία της έχουν λήξει άδοξα τραπέζια, έχουν διαλυθεί αρραβώνες έχουν πέσει καντήλια. Μόνη οι νύφες της είναι όπως πρέπει αφού δεν τολμάει να πει κουβέντα. Ούτε σε αυτές ούτε στους γιους.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…