Δεν σας κρύβω ότι τα Χριστούγεννα για μένα δεν είναι τίποτα παραπάνω από 5 με 7 κιλά έξτρα μέσα σε 15 μέρες (από Χριστούγεννα ως Φώτα), και ένας σκασμός χρήματα σε δώρα που δεν θες αλλά πρέπει να κάνεις. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα βήμα πριν την επίσκεψη σε εξειδικευμένο παθολόγο για κίρρωση ήπατος, ή λιπώδη διήθηση από την non stop κατανάλωση αλκοόλ κάθε είδους.
Είναι η περίοδος που μέσα σε ένα τρίωρο θα ξεκινήσεις με Moscato d’ Asti ή Prosecco, θα κάτσεις στο τραπέζι και για να σου ανοίξει η όρεξη (πότε έκλεισε αγνοείται), θα πιείς τρία με τέσσερα τσίπουρα ή ρακές με ό,τι λιπαρό κυκλοφορεί, θα συνεχίσεις με δύο λίτρα κρασί ή δύο εξάδες μπύρες με το κυρίως γεύμα (άνοιξε η ριμάδα η όρεξη). Όταν θα έρθει η ώρα για το γλυκό, θες κάτι ελαφρύ, χωνευτικό. Limoncello, Μαστίχα, Τεντούρα. Και αφού έχεις φάει, πιεί, χωνέψει, ξαναφάει και ξαναπιεί, θες ένα malt, λες και μεγάλωσες στα Scotish Highlands και όχι στο Λάλουκα Αργολίδας.
Για να μην γκρινιάζω άλλο, θα σας πω το αγαπημένο μου Χριστουγεννιάτικο sport. Λατρεύω να χαζεύω τα εορταστικά menu και διασκέδαση, από κάθε λογής μαγαζί. Menus reveillon από κουτούκι στον Kολωνό ως πεντάστερο ή εξάστερο ξενοδοχείο. Από απλό restaurant ως gourmet michelin restaurant. Διαβάζονται τα menu και κάνοντας εικόνα των χώρο, μιλάμε για το απόλυτο decadence. Ένας αχταρμάς. Και δεν μιλάω για τα ξενοδοχεία με τους βραβευμένους chefs και τα αντίστοιχα εστιατόρια. Mιλάω κυρίως για τα μικρά συνοικιακά κουτούκια, μεζεδοπωλεία, ταβέρνες. Είναι η περίοδος που ο κάθε μάγειρας και ιδιοκτήτης αλλοτριώνεται. Ξεχνάνε ποίοι είναι και ξαφνικά οι μισοί γίνονται Μποτρίνι, Λαζάρου και Χιλιαδάκη και οι άλλοι μισοί νομίζουν ότι είναι ιδιοκτήτες της Σπονδής, του Funky Gourmet και το ctc Urban Gastronomy.
Θα μου πείτε, ρε μεγάλε εσύ μεγάλωσες στα σαλόνια; έτρωγες σε πεντάστερα κάθε Κυριακή; τα ραντεβού σου τα κλείνεις σε βραβευμένα εστιατόρια;
ΟΧΙ. Κατηγορηματικά ΟΧΙ.
Όπως λέει και ο λαός λατρεύω και τα δύο. Είμαι και για τα δύο. Πάντα ανάλογα την παρέα και την περίσταση. Και θα γίνω σαφέστερος. Κουτούκι στη Δραπετσώνα (έχω φάει άπειρες φορές εκεί), υπόσχεται κέφι μέχρι τα ξημερώματα με καλεσμένους μουσικούς, απεριόριστη κατανάλωση κρασιού – μπύρας και menu κάποιων πιάτων, μαζί με γλυκό στο τέλος. Θα τα πάρω ένα – ένα.
Μουσική: τέτοιες μέρες το πιο πιθανό είναι να ακούσεις σε αντίστοιχο μαγαζί, συνταξιούχους “καλλιτέχνες” που η μασέλα σε κάθε κορώνα βγάζει το γνωστό ήχο, σαν πλατάγιασμα. Δύσκολο να συγχρονιστούν, μια και η βλάβη στην ακοή δεν βοηθάει και γενικά το αποτέλεσμα είναι αντίστοιχο με κωμωδία του Αριστοφάνη. Μια άλλη περίπτωση είναι νεαροί – φοιτητές μουσικοί. Ήχος εδώ λογικά λίγο καλύτερος. Ίσως και φωνές. Ελλοχεύει ο κίνδυνος τα παλικάρια να πιούν λίγο παραπάνω, να καπνίσουν στο διάλειμμα κάτι λίγο πιο βαρύ και το αποτέλεσμα εκεί που ο κόσμος αποθεώνει τον καλλιτέχνη στο “ντάρι ντάρι στο γιαλό πετούν οι γλάροι”, να το γυρίσουν οι καλαμπόρτζηδες στο “από τον καιρό που άρχισα την πρέζα να φουμάρω, ο κόσμος με απαρνήθηκε δεν ξέρω τι να κάνω”. Αν τώρα έχουν και λίγο ροκ στοιχεία μπορεί από Μαργαρίτη να ακούσεις την εισαγωγή της “ταξιδιάρας ψυχής” και να ξεσαλώνει η κυρα Τασία χορεύοντας τον άκρως χριστουγεννιάτικο στίχο “Λονδίνο Άμστερνταμ ή Βερολίνο, έχεις ξεχάσει που ακριβώς θέλεις να πας”. Εξαίρεση στα πιο πάνω μαγαζιά, όσα έχουν standard σχήμα οπότε αν είσαι θαμώνας γνωρίζεις τι θα ακολουθήσει.
Συνεχίζεται…